Κάθε αρχή και δύσκολη! Όμως τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Το παιδί ίσως για πρώτη φορά απογαλακτίζεται από τους γονείς και βιώνει την προσωρινή απώλειά τους, με έντονο το άγχος του αποχωρισμού, που συνήθως γίνεται έκδηλο από το κλάμα. Από την άλλη ένα βασικό ερώτημα που θέτουν οι γονείς είναι «γιατί να πάει το παιδί μου στον παιδικό σταθμό».
Στον παιδικό σταθμό, λοιπόν, έξω από το προστατευτικό περιβάλλον του σπιτιού όπου οι γονείς προλαμβάνουν τις ανάγκες του και αντιμετωπίζουν τα προβλήματά του, «αναγκάζεται» να συναλλάσσεται με τα συνομήλικα παιδιά με «ίσους όρους». Έτσι, μαθαίνει να συνεργάζεται, να μοιράζεται, να υποχωρεί όταν είναι απαραίτητο, να δοκιμάζει τη δύναμή του και να διαπιστώνει τις αδυναμίες του, να προσαρμόζεται στο κοινό πρόγραμμα. Με λίγα λόγια συνειδητοποιεί τα όρια του.
Στην ηλικία των 3-4 χρόνων η συνεργασία αλλά και η συνεννόηση του παιδιού είναι υποτυπώδης. Γι’ αυτό το λόγο δίνεται από τους παιδαγωγούς βαρύτητα στον παιγνιώδη τρόπο μάθησης είτε το παιχνίδι είναι ομαδικό είτε ατομικό, είτε πρόκειται για τραγούδια, είτε για παραμύθια, αφού σε αυτό το στάδιο τα παιδιά αδυνατούν εκ φύσεως να παραμείνουν συγκεντρωμένα για πολύ ώρα στον παιδαγωγό που προσπαθεί να τους μεταδώσει κάποιες γνώσεις. Το παιδί ζει για να παίζει, καθώς μέσα από το παιχνίδι ασκείται και δυναμώνει το σώμα, εξασκείται το μυαλό του, εξάπτει την φαντασία του και προετοιμάζεται να αναζητήσει την ανάγκη της ομάδας, της συντροφικότητας, της ομαδικής συνεργασίας και του ομαδικού παιχνιδιού. Σ΄ αυτή την ηλικία μπορούν να αφεθούν και να αποφασίσουν μόνα τους να παίξουν ό,τι και με όποιον φίλο θελήσουν έχοντας αναπτύξει παράλληλα και την κριτική τους σκέψη.
Συνεπώς, το παιχνίδι στη νηπιακή ηλικία κάθε άλλο παρά χάσιμο χρόνου δεν είναι, αλλά θα λέγαμε πως αποτελεί την κατεξοχήν δημιουργική απασχόληση που ευνοεί την καλλιέργεια της επιδεξιότητας και της εφευρετικότητας του παιδιού. Το παιδί από την ηλικία των 2 χρόνων έχει την ικανότητα, μέσα από την απασχόλησή του να αποκτήσει τις αναγκαίες συνήθειες και ικανότητες για την εξυπηρέτηση του εαυτού του, να μεταφέρει για παράδειγμα την καρεκλίτσα του, να πλένει τα χεράκια του, να προσέχει να µην λερώνεται όταν παίζει και όταν τρώει.
Μιλώντας για την φυσική υγεία και ανάπτυξη του παιδιού, εννοούμε και την κινητική ανάπτυξη και δραστηριότητα του παιδιού. Το παιδί από τη ηλικία των 2 ετών περίπου ξεκινάει να περπατάει µόνο του, να κινείται στους χώρους και να ενδιαφέρεται για τα παιχνίδια του. Έχοντας λοιπόν αυτά υπόψη, ο/η παιδαγωγός θα πρέπει να προσέξει ώστε το περπάτημα του νηπίου να γίνει όπως πρέπει, και τα παιχνίδια να είναι τέτοια, που να του ασκούν και την κίνηση και όλες τις αισθήσεις, αφή, ακοή, όραση, όσφρηση, γεύση.
Ο παιδικός σταθμός όμως, δεν συμβάλλει µόνο στην φυσική υγεία και ανάπτυξη του παιδιού αλλά και στην πνευματική ανάπτυξή του. Το παιδί στον παιδικό σταθμό παρακινείται και μερικές φορές αναγκάζεται από τις συνθήκες προκειμένου να γίνει κατανοητό να μιλά σωστά και καθαρά. Μαθαίνει να είναι αυτόνομο, να χρησιμοποιεί το λόγο όχι μόνο για να εκφράσει την επιθυμία του, αλλά και για να επικοινωνήσει με τα άλλα παιδιά, να πει μια ιστορία, να παίξει. Με τη διακριτική βοήθεια της νηπιαγωγού και με δραστηριότητες της, όπως η αφήγηση παραμυθιών, η ανάγνωση ιστοριών, οι απαντήσεις σε ερωτήματα, το παιδί γίνεται δέκτης των σωστών γλωσσικών προτύπων και λαμβάνει πλούσια και ποικίλα γλωσσικά ερεθίσματα με τεράστια οφέλη για τη γλωσσική και συνακόλουθα νοητική του ανάπτυξη.
Ο δρόμος που διανύει το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι πραγματικά μεγαλειώδης και καθοριστικός για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του. Όλα αυτά πραγματοποιούνται μέσα από δραστηριότητες, για τις οποίες οι γονείς θα ενημερώνονται κάθε μήνα από την εφημερίδα μας.

